ΚΗΠΟΥΡΙΑ- Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥΣ

ΚΑΤΑΓΡΑΦΟΥΜΕ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΑΣ


                                      Γράφει ο Διονύσης Κατερέλος, καθηγητής του ΤΕΙ Ληξουρίου και γιος της Σταθάτου Ναΐτσας.


Μέρος 1

Νο 43 Φύλλο εφημερίδας

ΚΑΜΗΝΑΡΑΤΑ – Τα Μοναστήρια ΙΙ

Μετά την αναφορά μας στον Ταφιό, στην τοποθεσία και στο Μοναστήρι της Αγίας Παρασκευής, έρχεται η ώρα του Φάρου, του Πνευματικού Φάρου της περιοχής μας και της Κεφαλονιάς γενικότερα. Όταν μιλάμε γι’ αυτόν συνήθως τον αποκαλούμε «το Μοναστήρι».

«Πού πας;» Ρωτάει κάποιος. «Στο Μοναστήρι», απαντά ο άλλος. Και δεν έχει λόγο να διευκρινίσει ποιο είναι «το Μοναστήρι», γιατί για εμάς και για τους περισσότερους Παλικησιάνους, το Μοναστήρι είναι ένα, ΤΑ ΚΗΠΟΥΡΙΑ.

Τα επόμενα αποτελούν τμήμα από ένα βιβλίο που προσπαθούμε να γράψουμε, απ’ αφορμής του ότι πέρυσι κλείσανε διακόσια πενήντα (250) χρόνια συνεχούς και αδιάλειπτης λειτουργίας του Μοναστηριού. Δυστυχώς, δε βρέθηκε κανένας, από τους καθ’ ύλη αρμόδιους στο Νησί μας, να το επισημάνει, έστω και ως υποσημείωση.

Ας μείνει, λοιπόν, το παρόν κείμενο, με όλες τις ατέλειές του, τα λάθη και τις αβλεψίες του, για τα οποία ζητούμε προκαταβολικά συγγνώμη από την Ιστορία, ως το Μνημόσυνο των 250 χρόνων από τη μέρα που ο Χρύσανθος Μπόικος – Πετρόπουλος, έβαλε το θεμέλιο λίθο, το Σταυρό, στα θεμέλια ενός οικοδομήματος που έμελλε να ανυψωθεί σε ύψη δυσθεώρητα για τα υλικά μάτια αλλά προσιτά για το πνεύμα.

Εδώ πρέπει να απευθύνουμε τις ευχαριστίες μας στο Γέροντα Ιεροδιάκονο Ευσέβιο, τον Καλόγηρο όπως τον ξέρουμε όλοι, για τη βοήθειά του στη συγγραφή του παρόντος, αλλά και για όλα προσφέρει τόσα χρόνια, πάντα φιλόξενος σε όλους όσους επισκέπτονται το Μοναστήρι, για όποιο λόγο ο καθένας. Και να τον προσαγορεύσουμε με τους στίχους του Καβάφη: «Τιμή σ’ εκείνους όπου στη ζωή των ώρισαν και φυλάγουν Θερμοπύλες».

Το Μοναστήρι στα Κηπούρια. Ιερά Μονή Υπεραγίας Θεοτόκου Ευαγγελιστρίας Κηπουραίων

1759 – 1802

Αρχιμανδρίτης Χρύσανθος Μπόικος – Πετρόπουλος (1759 – 1802)

Η Ιερά Μονή Κηπουραίων, ή Κηπουρίων, ιδρύθηκε το 1759 στο Δυτικότερο σημείο της Επαρχίας Πάλλης, σε πλάτωμα των απότομων δυτικών ακτών και σε ύψος περίπου 90 μέτρα (στην Ιστορία που εκδίδει ο Αρχ. Πανάρετος αναφέρεται, 110 μ.) από την επιφάνεια της θάλασσας. Ατενίζει τη Δύση, το ηλιοβασίλεμα χαρακτηριστικό σημείο αναφοράς, ενώ η θέα προς Βορά ακολουθεί την άγρια ακτογραμμή, μέχρι τα Ορθολίθια.

Οριοθετείται, στα Βόρεια από ελαιώνα και περιβόλι, στα Ανατολικά από χαμηλό βουνό, στα Νότια από τότε μεν μικρό δάσος, σήμερα δε από αμπελώνα και στα Δυτικά από το Ιόνιο Πέλαγος.

Τα αρχικά της Μονής όρια θεσπίζονται επισήμως το 1799 (3 Ιουνίου) από το Νικόλαο Άννινο Αναστάσιο Μπριγαδιέρη, Πρύτανη Κεφαλληνίας, εκ μέρους της Γαληνοτάτης Επτανήσου Αριστοκρατίας. Τα όρια αυτά ξεκινούν από τη βρύση που είναι στο δρόμο (ακόμη και σήμερα) ανατολικά της Μονής, διασχίζουν την πλαγιά του υπερκείμενου όρους και καταλήγουν στο ακρωτήριο της Σχίζας.

Ιδρυτής της Μονής ήταν ο Αρχιμανδρίτης του Οικουμενικού Θρόνου Χρύσανθος Μπόικος – Πετρόπουλος. Ο Χρύσανθος ερχόμενος στην Κεφαλληνία και κατόπιν προτροπής προκρίτων της νήσου αποφάσισε να ιδρύσει Μονή. Επέλεξε τον τόπο «Κηπούρια», αναγνωρίζοντας το κατάλληλο της θέσης. Την απαιτούμενη άδεια της τοπικής Εκκλησίας δίδει, επειδή αυτή βρισκόταν σε χηρεία, ο Μεγάλος Οικονόμος της Αρχιεπισκοπής Γεώργιος Κλαδάς, μετέπειτα Αρχιεπίσκοπος Γεράσιμος Β΄ (1782 – 1783) στις 2 Ιουνίου του έτους 1759.

Στις 10 Ιουνίου του ίδιου έτους υπογράφεται συμβόλαιο μεταξύ του Χρυσάνθου και της Μονής του Ταφιού, στην οποία ανήκε η έκταση. Έξι έτη μετά την ίδρυση αυτής ανακηρύχθηκε, κατόπιν αιτήσεως του Κτήτορα και σχετικής επιστολής του Αρχιεπισκόπου Σωφρονίου του Κουτούβαλη (1759 – 1782), Πατριαρχικό Σταυροπήγιο από τον τότε Πατριάρχη Σαμουήλ τον Χαντζερή (1763 – 1768). Το σχετικό Πατριαρχικό Σιγίλιο σώζεται στη Μονή φέρον τις υπογραφές του Πατριάρχη και των τότε δέκα Συνοδικών Αρχιερέων. Το Σιγίλιο υποβλήθηκε από το Μοναχό Μεθόδιο στην Αρχιεπισκοπή και αναγνωρίστηκε από τον Αρχιεπίσκοπο Σωφρόνιο στις 13 Μαρτίου 1769, οπότε και καταχωρήθηκε στα βιβλία της Αρχιεπισκοπής. Η Μονή, ως Πατριαρχικό Σταυροπήγιο, δεν όφειλε ουδεμία υποταγή στην τοπική Εκκλησία, εκτός μόνον της πνευματικής πιθανόν, αλλά υπαγόταν απευθείας στον Οικουμενικό Θρόνο. Παραδείγματα αυτής της καταστάσεως υπάρχουν έως σήμερα στον Ελληνικό χώρο, όπως η Ιερά Μονή Βλατάδων στη Θεσσαλονίκη, αλλά και αλλού.

Ο Κτήτορας της Μονής γεννήθηκε στους Παξούς (ο Τσιτσέλης αναφέρει ότι καταγόταν από τους Παξούς και γεννήθηκε στην Κέρκυρα). Στο Μοναχολόγιο της Μονής, που συντάσσεται το 1935, αναφέρεται ότι ο Χρύσανθος γεννήθηκε στους Παξιούς (Παξούς) της Κέρκυρας το 1727. Τόπος καταγωγής του κατά τον Καλό είναι ο οικισμός της Αγίας Άννης των Παξών. Μετέβη στο Άγιο Όρος έχοντας επιλέξει το Μοναχικό Βίο, όπου εκάρη Μοναχός, χειροτονήθηκε Ιερέας και έλαβε το οφίκιο του Αρχιμανδρίτη στη Σκήτη της Αγίας Άννης της οποίας έγινε και Πνευματικός. Κατόπιν, για λόγους ασθενείας όπως αναφέρεται, εγκαταλείπει το Άγιο Όρος και επιστρέφει στους Παξούς, όπου μένει για λίγο και μετέπειτα, όπως αναφέρει στη διαθήκη του, μεταβαίνει στην Κεφαλληνία.

Η πρώτη δοκιμασία βρήκε τη Μονή το 1767, οκτώ μόλις χρόνια από την ίδρυσή της. Ο τρομερός σεισμός εκείνου του έτους κατέστρεψε τα μέχρι τότε οικήματα καθιστώντας αυτή την πρώτη Μονή σωρό ερειπίων. Οι Μοναχοί εγκατέλειψαν τη Μονή και ο Κτήτορας αποφάσισε να επιστρέψει στο Άγιο Όρος. Στην Κέρκυρα, όμως, συνάντησε Μοναχούς από τη Μονή των Βαρδιάνων, συνάντηση η οποία τον έκανε, φαίνεται, να αλλάξει γνώμη και να επανέλθει στα Κηπούρια. Εκεί, σε συνεργασία με την τότε αδελφότητα και με τη βοήθεια των κατοίκων της επαρχίας, ανοικοδόμησε τη Μονή.

Η πρώτη αυτή αδελφότητα αποτελούνταν (κατά τον Τσιτσέλη), πέραν του Κτήτορα, από τους Μοναχούς Παλλάδιο (Αντύπα) από τους Σουλάρους, Βιτάλιο ιατρό από τη Λειβαθώ (στο Μοναχολόγιο αναφέρεται ως Ιερομόναχος), Μεθόδιο (Αυγερινό) από το Ληξούρι και Ευφρόσυνο (Πυλαρινό – Μαρκαντωνάτο) από τους Σουλάρους.

Στο Μοναχολόγιο της Μονής όμως αναφέρονται και οι ακόλουθοι: Ιερομόναχος Ζωσιμάς Λειβαδάς, Ιερομόναχος Συνέσιος Λοβέρδος Αλιβιζάτος από την Αγία Θέκλη, Μοναχός Παγκράτιος Μιχαλίτσης από την Κοντογεννάδα, Μοναχός Αγάπιος Μουρελάτος από τα Χαυδάτα, Μοναχός Καλλιόπιος Σφαέλος από τα Λουκεράτα, Μοναχός Παλάδιος Πυλαρινός από τους Σουλάρους, Μοναχός Γερβάσιος από την Αγία Θέκλη, Μοναχός Ευγένιος Μουρελάτος από τα Χαυδάτα, Ιερομόναχος Ιωάννης Μπονάνος από το Βουνί, Μοναχός Ευγένιος Αλυσανδράτος από το Σκηνέα, Ιερομόναχος Σπυρίδων Μουρελάτος από τα Χαυδάτα, Ιερομόναχος Βιτάλιος Μοσχόπουλος από το Ληξούρι, Ιερομόναχος Παγκράτιος Μοσχόπουλος από το Ληξούρι, Ιερομόναχος Χριστόφορος Καγγελάρης από τα Φάρσα, Ιερομόναχος Σεραφείμ Μοσχόπουλος από το Ληξούρι και Ιερομόναχος Συνέσιος από το Ληξούρι.

Η μορφή και τα έργα του Κτήτορα κατέστησαν τη Μονή πόλο έλξης για την κοινωνία της Επαρχίας και του Νησιού. Χαρακτηριστικό δείγμα του ανδρός είναι το γεγονός ότι η Μοναστική αδελφότητα της Ιεράς Μονής της Ευαγγελιστρίας των Βαρδιάνων, μετά την καταστροφή και της δικής τους Μονής από το σεισμό του 1767, απετάθη διά του Αρχιεπισκόπου Σωφρονίου σε αυτόν τον Χρύσανθο, προσφέροντάς του τη διοίκηση της Μονής, ώστε να μπορέσουν να την ξανακτίσουν. Ο Αρχιεπίσκοπος αποδέχεται το αίτημα της Αδελφότητας των Βαρδιάνων, με την από 6 Οκτωβρίου 1767 απόφαση και απαντά σχετικά. Ο Χρύσανθος αναλαμβάνει Ηγούμενος και της Μονής των Βαρδιάνων όπου παραμένει για δύο έτη. Στη σελίδα 93 του Κώδικα της Ιεράς Μονής των Βαρδιάνων, ο οποίος φυλάσσεται στο Τοπικό Ιστορικό Αρχείο του Νομού Κεφαλληνίας, καταγράφεται διαταγή του Αρχιεπισκόπου Σωφρονίου στην οποία αναφέρεται ότι η διετία κατά την οποία είναι Ηγούμενος της Μονής ο Χρύσανθος είναι «παρά των Νόμων διορισμένη». Με τη διαταγή αυτή ο Αρχιεπίσκοπος Σωφρόνιος αναθέτει μετά την παρέλευση της διετίας την διαχείριση της Μονής των Βαρδιάνων στον Ιερομόναχο(;) Κωνσταντίνο Μαντζαβίνο.

Ο Μαντζαβίνος συντάσσει έγγραφο, το οποίο επίσης σώζεται στον αυτό Κώδικα στις σελίδες 138-139, όπου, αφού περιγράψει τα του σεισμού και των καταστροφών που υπέστη η Μονή, αναφέρεται στις ενέργειες ανοικοδόμησής της από τον ίδιο.

Ο Χρύσανθος, αποδεικνύεται σημαντική προσωπικότητα της εποχής του. Τόσο η παρουσία του στην Επαρχία Πάλλης, όσο και τα έργα του, έγειραν τον φθόνο μερίδας κατοίκων και, πιθανόν, προσέκρουσαν σε άνομα συμφέροντα, έτσι ώστε να συκοφαντηθεί στην τότε Ενετική αρχή ως Ρωσόφιλος. Η συκοφαντία ήταν πάντα και έως σήμερα ο αγαπημένος τρόπος εξόντωσης μεγάλων ανδρών από ποταπούς πολιτικούς ή κοινωνικούς παραγοντίσκους. Η διαβολή στηρίχθηκε σε δίπλωμα το οποίο του είχε απονείμει η Αικατερίνη Β’ η Μεγάλη της Ρωσίας. Η ιστορία επαναλαμβάνεται. Η Ενετική εξουσία πείσθηκε από τους συκοφάντες και εξόρισε τον Χρύσανθο, προσωρινά, στην Κέρκυρα, με σκοπό να τον οδηγήσει τελικά στις φυλακές της Βενετίας. Οι Κερκυραίοι συμπατριώτες του, γνωρίζοντας την αθωότητα του ανδρός, μεσολάβησαν στην Ενετική Αριστοκρατία, «ότι διά φθόνον συνέλαβαν αυτόν», καταφέρνοντας να τον ελευθερώσουν από τα δεσμά της εξορίας αλλά και από τη προοπτική της φυλάκισης. Μετά την απελευθέρωσή του, αναφέρει ο Αρχιμανδρίτης Γεράσιμος Καλός, δεν μπόρεσε να επανέλθει στην Κεφαλονιά και στο Μοναστήρι του και έμεινε μέχρι τέλους στους Παξούς. Εκεί απεβίωσε την 6η Δεκεμβρίου του 1802 και ετάφη στον Ναό του Προφήτου Ηλιού. Η διαθήκη του, κατόπιν υπαγορεύσεως λόγω αδυναμίας να γράφει, σώζεται στο Μοναστήρι του.

Για τον τόπο θανάτου και ταφή του Κτήτορος εμφανίζεται αντίφαση στις πηγές. Ο Καλός αναφέρει όπως ειπώθηκε ότι πέθανε στους Παξούς και ετάφη στον εκεί Ναό του Προφήτου Ηλιού. Όμως, στην αναφορά του Ηγουμένου Μοναχού Κωνσταντίου προς τον Αυτοκράτορα της Ρωσίας Αλέξανδρό Β’ (βλ. επόμενο κεφάλαιο) ο Ηγούμενος αναφέρει ότι ο Χρύσανθος επέστρεψε στους κόλπους του ιδίου Ποιμνίου του όπου και πέθανε το 1802.

Επιπλέον, στο Μοναστήρι θησαυρίζεται η Κάρα του. Επομένως, είτε πέθανε στους Παξούς και μετά από ανακομιδή η Κάρα του μετεφέρθη στα Κηπούρια, είτε πέθανε στα Κηπούρια. Ο Καλός, ως γράφων σχεδόν ένα αιώνα μετέπειτα, πιθανόν λανθάνει διότι αναφέρει επίσης ότι ο Κτήτορας δεν επέστρεψε πλέον στην Κεφαλληνία. Όμως το 1782 τον βρίσκουμε στα Κηπούρια όταν εξαιτίας πιέσεων και ενοχλήσεων που υφίστατο η Μονή από ανθρώπους (μπράβους – σέμπρους) του Τιμοθέου Τυπάλδου Χαριτάτου, αποφασίζει να εγκαταλείψει τη Μονή καθώς και οι Μοναχοί, που σκέφτονται να μεταβούν στον Άθωνα.

Στο αρχείο του Τσιτσέλη σώζεται σχετική αναφορά προς τους «ινκουϊζίτορες της Ανατολής» με ημερομηνία 6 Απριλίου 1782.Το 1789 αναφέρεται συμβολαιογραφική πράξη, όπου ο Χρύσανθος, ως «κτήτορας και οικοκύρης» της Μονής, μέλλοντας να αποχωρήσει από το Νησί, διορίζει επιτροπή για τη διακυβέρνηση της Μονής κατά την απουσία του. Προεστός και επιστάτης της Μονής ορίζεται ο Γέροντας Όσιος Ευφρόσυνος ενώ «κουβερναδουρέοι» (προκουρατόροι και ελεγκτές του Οσίου Ευφροσύνου) ορίζονται οι, Πιερής Χωραφάς ως Πρόεδρος, Αθανάσης Κρασάς, Παναγής Μοσχόπουλος, Γρηγόρης Παπαδάτος, Μάρκος Πυλαρινός και Γιαννάκης Παπασταθάτος. Η Επιτροπή αυτή αποτέλεσε τόσο τον Ελεγκτή όσο και τον Σύμβουλο του Οσίου Ευφροσύνου, σε περίοδο όπου τα μόνα έσοδα της Μονής ήταν από το μικρό μετόχι στο Βοράτο των Σουλάρων και από τις ερανικές επιτροπές που απέστελλε η Μονή στο Νησί για συλλογή βοηθημάτων («ζητεία»).

Μέρος Νο 2                 44 φύλλο εφημερίδας

Μοναχός Όσιος Ευφρόσυνος Πυλαρινός – Μαρκαντωνάτος (διοικητής) (1789 – 1802)1759 – 1802 (μέρος β’)

Αρχιμανδρίτης Χρύσανθος Μπόικος – Πετρόπουλος (1759 – 1802)


Μετά το διορισμό της Επιτροπής και του Οσίου Ευφροσύνου, ο Χρύσανθος αναχώρησε από το Νησί και κατετάγη στο Στολίσκο του Λάμπρου Κατσώνη ο οποίος, μετά τα Ορλωφικά, πολεμούσε ως πειρατής στο Αιγαίο με τους Τούρκους.

Μετά την αποτυχία του Κατσώνη, την ήττα του από τον Τουρκικό και τον Αλγερινό στόλο στα στενά της Ευβοίας το 1791, την αποπομπή του από τον Μπέη της Μάνης και την καταφυγή του στο νησί Κάλαμος της Κεφαλληνίας, ο Χρύσανθος αποφασίζει να αποχωρήσει από το Στολίσκο και να ακολουθήσει τον Στρατηγό Βασίλειο Τομάρα στη Μεσσήνη της Σικελίας. Ο Στρατηγός Τομάρας θα εμπλακεί και αργότερα με την Επτάνησο, όταν το 1799 ως Πρεσβευτής της Ρωσίας στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, στην Κωνσταντινούπολη, θα συμμετάσχει ενεργά στην ίδρυση της Ιονίου Πολιτείας.

Ο Κατσώνης στον Κάλαμο δίδει στο Χρύσανθο πιστοποιητικό ότι υπηρέτησε κάτω από τις διαταγές του τη Ρωσία κατά τον πόλεμο του 1789 – 1791. Ο Χρύσανθος μεταβαίνει στη Μεσσήνη και από εκεί στη Φλωρεντία. Παραμένει μαζί με το Στρατηγό για περίπου δύο χρόνια (έως το 1793) και κατόπιν εκφράζει την επιθυμία να μεταβεί στην Αγία Πετρούπολη. Για το ταξίδι του αυτό λαμβάνει διαβατήριο από τον επιτετραμμένο της Ρωσίας στην Φλωρεντία Κόμη Γεώργιο Μοντσενίγο (στην Ιστορία της Μονής που εκδίδει ο Αρχ. Πανάρετος Μοσχονάς το 1979, αναφέρεται από προφανές λάθος ως «Μοντσινέγος»). Ο Κόμης Μοντσενίγος, Ζακυνθινός στην καταγωγή, αποτελεί σημαντική προσωπικότητα την εποχή εκείνη. Το 1801 αποστέλλεται από την Ιόνιο Πολιτεία στην Αγία Πετρούπολη ως Πρέσβης για να συγχαρεί τον νέο Τσάρο Αλέξανδρο Α’. Κατόπιν διορίζεται Γενικός Αντιπρόσωπος του Τσάρου στην Επτάνησο και αναλαμβάνει την ουσιαστική ίδρυση και θεμελίωση της αυτόνομης Πολιτείας των Ιονίων Νήσων . Στην Αγία Πετρούπολη ο Κτήτορας έμεινε περίπου ενάμιση χρόνο (έως το 1795). Για τα έργα του εκεί τίποτε δεν είναι γνωστό.

Από την Αγία Πετρούπολη μετέβη στους Παξούς όπου συνάντησε το Μοναχό Παλλάδιο Αντύπα, έναν από τους πρώτους της Μονής Μοναχούς, στον οποίο και έδωσε πράγματα για τη Μονή.

Πιθανόν πρόκειται για την περίοδο που αναφέρει ο Τσιτσέλης, ότι το 1796 τον βρίσκουμε στην Κέρκυρα. Ο Παλλάδιος παρέδωσε αυτά κατά διαταγή του Χρυσάνθου στους Ιωάννη Μακρή, Δημήτριο Μακρή και Ιωάννη Ζορμπά(;). Μετά από αυτά αναχώρησε από τους Παξούς για την Πίζα, όπου συνάντησε τον Κόμη Αλέξιο Ορλώφ (τον γνωστό υποκινητή των Ορλωφικών του 1769) από τον οποίο και πήρε διαβατήριο για να μεταβεί στην Κριμαία. Το ταξίδι στην Κριμαία καλύπτεται και αυτό από την αχλή του χρόνου, όπως και το πότε επέστρεψε, είτε στους Παξούς όπως λέγει ο Καλός, είτε στα Κηπούρια. Όμως, δεν αναφέρεται πουθενά πότε και αν επέστρεψε στη Μονή και αν ανέλαβε και πάλι τα καθήκοντα του Ηγουμένου. Αντιθέτως, δημιουργείται η εντύπωση ότι ο Όσιος Ευφρόσυνος ποίμανε την Μονή έως της θανής του Κτήτορα, οπότε και εξελέγη νέος Ηγούμενος ο Μοναχός Παλλάδιος Αντύπας.

Το ζήτημα παραμένει σε αμφιβολία.

Σε πρόχειρη εγγραφή του Αρχιμανδρίτη Παναρέτου Μοσχονά κατά τη διαδικασία οργάνωσης και έκδοσης της Ιστορίας της Μονής του 1979 αναφέρεται ότι έμεινε στη Λαύρα του Αγίου Σεργίου. Άραγε εννοεί τη Λαύρα Τρόιτσε Σεργκέεβα της Μόσχας, την κοιτίδα και ομφαλό της Ρωσικής Ορθοδοξίας; Λόγω ασθενείας αναχώρησε από τη Ρωσία και επέστρεψε στην ιδιαίτερη πατρίδα του μετά από πέντε έτη. Στους Παξούς την εποχή εκείνη έτυχε να βρίσκεται ο Ιερομόναχος της Μονής Κηπουραίων Ιωάννης Μπονάνος, ο Πανάρετος αναφέρει για συγκομιδή ελαιών(;), πιθανόν να εννοεί ότι βρισκόταν εκεί για έρανο (ελέους). Ο Μπονάνος μαθαίνοντας την επιστροφή του Γέροντος μετέβη κοντά του, όπου και έμεινε μέχρι του θανάτου του στις 6 Δεκεμβρίου του 1802. Κατά τον Πανάρετο ετάφη στον ναό (ξωκκλήσι) του Προφήτου Ηλία και το 1805 έγινε ανακομιδή των λειψάνων του, τα οποία μετακομίστηκαν στη Μονή Κηπουραίων.

Επομένως φαίνεται ότι στην προαναφερθείσα αντίφαση προστίθεται ακόμη ένα επιχείρημα χωρίς όμως και να αποτελεί στοιχείο που να βοηθά την κατάληξη στη μια ή στην άλλη περίπτωση.

Σύμφωνα με τον Ηλία Τσιτσέλη, ο Κτήτορας κληροδότησε στη Μονή Κιβώτιο Ιερών Λειψάνων και το Σταυρό, καθώς και τα έγγραφά του και Πατριαρχικά Σιγίλια. Διαφορές που προέκυψαν μεταξύ της Μονής και κληρονόμων του Κτήτορα λύθηκαν δια συμβιβασμού το 1804.

Ο Γέροντας Ευφρόσυνος (κατά κόσμος Ευαγγελινός) Πυλαρινός Μαρκαντωνάτος γεννήθηκε στο χωριό των Ιλλάρων (Σουλάρων) της Παλικής το 1727 (μεταξύ του 1727 και 1728 κατά τον Καλό). Κατά τη βιογραφία του, που σώζεται εκτενώς τόσο στην Ιστορία της Μονής του Καλού όσο και στη μεταγενέστερη την οποία εκδίδει ο Αρχιμανδρίτης Πανάρετος Μοσχονάς το 1979, έμεινε από μικρός ορφανός και μεγάλωσε υπό την εποπτεία του θείου του Ιλαρίου Βώρου. Όταν ήταν τριάντα τριών ετών κατέδειξε την κλίση του προς τον Θεό και με προτροπή του θείου του μόνασε στη Μονή Κηπουραίων. Τούτο έγινε ένα χρόνο μετά την ίδρυση της Μονής.

Από την παράδοση αυτή προκύπτει και το έτος γέννησης του Οσίου, μεταξύ του 1727 και του 1728. Κατά τον Πανάρετο, αν και αγράμματος γνώριζε από στήθους την Αγία Γραφή και νουθετούσε και δίδασκε τους νεώτερους. Πλήθος θαύματα και προρρήσεις του Οσίου αναφέρονται από τους βιογράφους του. Ο Οσιακός του βίος και η φήμη του τον κατέστησαν σεβαστό μεταξύ της κοινωνίας του τόπου και ιδιαιτέρως στην Κόμισα Αγγελική Ανίνου Χωραφά, η οποία και βοήθησε στην ανοικοδόμηση για δεύτερη φορά του Καθολικού της Μονής, της δυτικής πλευράς των οικημάτων (κελιών) αποτελούμενης από ένδεκα (11) κελιά καθώς και άλλης, συνεχόμενης με την πρώτη, διώροφης οικίας με βοηθητικούς χώρους και υπόγεια, κατά τη διάρκεια της διοικήσεως του Οσίου.

Την περίοδο της απουσίας του Κτήτορος και κατά την διακυβέρνηση του Γέροντος Οσίου Ευφροσύνου προέκυψε ζήτημα καταπατήσεων της εκτάσεως της Μονής από χωρικούς γειτονικών χωριών οι οποίοι έμπαιναν στα όρια της Μονής και έκοβαν ξύλα προξενώντας ζημιές. Ετίθετο έτσι, σε αμφισβήτηση, η ιδιοκτησία της Μονής. Για το λόγο αυτό το 1799 εξεδόθη το θέσπισμα της 3η Ιουνίου το οποίο αφενός ορίζει ακριβώς τα όρια της Μονής, αφετέρου προειδοποιεί τους καταπατητές ότι υπόκεινται στην τιμωρία διά των αυστηρότερων ποινών της δικαιοσύνης αλλά και διά χρηματικού προστίμου.

Το θέσπισμα εδόθη στις 15 Ιουνίου 1802 κατόπιν αιτήματος του Γέροντος Ευφροσύνου, Διοικητού της Μονής. Κατά τον Τσιτσέλη η αιτία του θεσπίσματος ήταν προσπάθεια της Μονής Ταφιού να διαλύσει το συμβόλαιο παράδοσης της εκτάσεως στη Μονή Κηπουραίων και να επιστραφεί πίσω σε αυτήν.

Στη ζωή του Γέροντα Ευφροσύνου στη Μονή μετά το θάνατο του Κτήτορος

Συνέχεια Νο 3  45 φύλλο Εφημερίδας

1802 – 1878 (α’ μέρος)

Μοναχός Παλλάδιος Αντύπας (1802 – 1814).

Οι γηραιότεροι των Μοναχών (1814 – 1837), (1821 – Ιερομόναχος Βενέδικτος Πετρίτζης)

Μοναχός Κωνστάντιος Μοσχονάς (1837 – 1863), Ιερομόναχος Μακάριος Αναλυτής (1863).Αρχιμανδρίτης Γεράσιμος Καλός (1863 – 1878)


ΜΟΝΑΧΟΣ ΠΑΛΛΑΔΙΟΣ ΑΝΤΥΠΑΣ

Μετά το θάνατο του Χρύσανθου, ανέλαβε τη διακυβέρνηση της Μονής ο Μοναχός Παλλάδιος Αντύπας, ο οποίος ακολούθησε την οδό που είχε χαράξει ο Πνευματικός του Πατέρας. Ο Παλλάδιος (κατά κόσμον Παύλος, όπως αναφέρεται σε πρόχειρη σημείωση του Αρχιμανδρίτη Παναρέτου Μοσχονά) γεννήθηκε στους Ιλλάρους (Σουλάρους) Παλικής, ήταν δηλαδή συγχωριανός του Γέροντος Ευφροσύνου, το 1737. Προσήλθε στη Μονή το 1760, ως δόκιμος, μαζί με το Γέροντα Ευφρόσυνο και εκάρη Μοναχός το 1762 από το Χρύσανθο.

Κατέστη ο πρώτος, μετά τον Κτήτορα, Ηγούμενος της Μονής εκλεγόμενος στη θέση αυτή το 1802, διαδεχόμενος τόσο τον Κτήτορα (τυπικώς) όσο και τον Όσιο Ευφρόσυνο (ουσιαστικώς).

Την περίοδο αυτή ζει στη Μονή, όπως ανεφέρθη παραπάνω, ο Μοναχός Ευφρόσυνος (Πυλαρινός – Μαρκαντωνάτος) ο οποίος αναδεικνύεται σε πραγματικό Γέροντα, διά της Οσιακής ζωής του και του προορατικού χαρίσματος, με το οποίο ήταν προικισμένος. Η ζωή, τα μαρτυρούμενα θαύματα και ορισμένες υποθήκες προς τους Μοναχούς του Οσίου Γέροντος Ευφροσύνου, χαρακτηρισμός του και η διδασκαλία του, περιγράφονται αναλυτικότατα στην Ιστορία της Μονής που συγγράφει ο Ηγούμενος Αρχιμανδρίτης Γεράσιμος Καλός.

Ο Όσιος Ευφρόσυνος κοιμήθηκε την 10η Σεπτεμβρίου 1811 και ετάφη στο Μοναστήρι. Ανακομιδή των λειψάνων του που έγινε το 1814 με παρουσία πολλών, μεταξύ των οποίων και της Κόμισσας Αγγελικής Ανίνου Χωραφά. Τα οστά του βρέθηκαν ευωδιάζοντα και η Αγία Κάρα του φυλάσσεται στη Λάρνακα της Μονής μαζί με αυτή του Κτήτορος.

Το 1805 η Μονή αναφέρεται στο έγγραφο «Prospetto delle rendite annuali di tutti i conventi di Cefalonia col numero degli individui che attualmente in essi asistono, 1805, 20 giugno» ως πατρωνυμική των Αυγερινών. Πρόκειται περί λάθους που πιθανόν οφείλεται στο ότι την περίοδο εκείνη εγκαταβιούσε στη Μονή ο Μεθόδιος Αυγερινός. Στο ίδιο έγγραφο αναφέρεται ότι στη Μονή ζουν τέσσερις Μοναχοί. Σύμφωνα με τα Μοναχολόγια της Μονής, όπως αυτά σώζονται, στη Μονή τη χρονολογία αυτή ζουν σαράντα (40) Μοναχοί. Στο μέλλον θα μας δοθεί η ευκαιρία να παρουσιάσουμε και τα Μοναχολόγια.

Ο Παλλάδιος ποίμανε τη Μονή έως το 1814 και κατόπιν φαίνεται να αποχώρησε από την Ηγουμενία, πιθανόν λόγω ηλικίας μια και ήταν ήδη εβδομήντα επτά ετών. Παρέμεινε στη Μονή συνολικά εβδομήντα επτά (79) έτη και απεβίωσε εκεί στις 24 Απριλίου 1839 σε ηλικία 102 ετών.

Από το 1814 έως το 1837 οι Μοναχοί εξέλεγαν τον Γηραιότερο αυτών ως Ηγούμενο. Σε λυτό έγγραφο το οποίο φυλάσσεται στο Τοπικό Ιστορικό Αρχείο, στο Ληξιαρχικό τμήμα, με επικεφαλίδα «Νότα εις ότι πράγμα κινητό ή αυτοκίνητο υβρίσκεται<sic> μέσα εις το Μοναστήρι στα Κηπούρια», εμφανίζεται ως Ηγούμενος και Οικονόμος της Μονής το 1821 ο Ιερομόναχος Βενέδικτος Πετρίτζης.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΟΣ ΜΟΣΧΟΝΑΣ

Αυξανομένης της αδελφότητας και για λόγους ορθής διοίκησης και οικονομίας, το 1837 εξέλεξαν Ηγούμενο το Μοναχό Κωνστάντιο Μοσχονά από τα Χαυδάτα, σε ηλικία τριάντα ετών και αγράμματο. Ο Κωνστάντιος (κατά κόσμον Κωνσταντίνος) γεννήθηκε στα Χαυδάτα το 1807. Το 1827 προσήλθε στη Μονή ως Δόκιμος και το 1830 εκάρη Μοναχός από τον Γέροντα Παλλάδιο. Το 1840 συνυπογράφει με τον Αρχιμανδρίτη Γεράσιμο Καλό και τον Μοναχό Φίλιππο Τζουλάτη την αποδοχή δωρεάς προς τη Μονή κάποιου Μοναχού Γερασίμου Αγιορείτου. Η δωρεά αφορούσε τεμάχιο λειψάνου οστού του Οσιομάρτυρος Νεκταρίου, το οποίο παρέδωσε στη Μονή ο Μοναχός Φίλιππος. Το 1844 Απριλίου 1/13 η Η’ Ιόνιος Βουλή ψήφισε νόμο με τον οποίο ορίζει ότι οι μη καταργηθείσες Μονές και η περιουσία τους δεν αποτελούν μέρος της περιουσίας των Επαρχιακών Ταμείων της Επτανήσου και επομένως ούτε μέρος της εγχώριας περιουσίας, η οποία κληροδοτήθηκε στο διάδοχο σχήμα «Αδελφάτο των Φιλανθρωπικών Ιδρυμάτων». Το συγκεκριμένο στοιχείο θα μας απασχολήσει στα επόμενα.

Η κατά το 1857 πενία που έπεσε στον τόπο, λόγω ασθένειας των αμπελιών, έφερε κρίση και στη Μονή, η οποία πλέον όχι μόνο δε μπορούσε να αντεπεξέλθει στις προς την Κοινωνία υποχρεώσεις της, αλλά και αυτή η συντήρηση της αδελφότητας ήταν δύσκολη. Το έτος αυτό ο Κωνστάντιος επιχειρεί περιοδεία στα Νησιά του Ιονίου με τους Μοναχούς Δανιήλ και Βικέντιο, της οποίας τα αποτελέσματα ήταν ικανοποιητικά. Το επόμενο έτος 1858 συγγράφεται και υπογράφεται από πολλούς κληρικούς και πολίτες έκθεση στα Ελληνικά και Γαλλικά, με την οποία περιγράφονται τα δύσκολα οικονομικά της Μονής και η αδυναμία συντήρησης των σαράντα Μοναχών και των επισκεπτών, την οποία επικυρώνει ο Μητροπολίτης Σπυρίδων Α΄ Κοντομίχαλος (1842 – 1873) στις 26 Φεβρουαρίου 1860. Κατόπιν, το ίδιο έτος 1860, ο Κωνστάντιος απέστειλε αναφορά, μέσω του Προξένου της Ρωσίας στην Κέρκυρα, στον Αλέξανδρο το Β΄ Αυτοκράτορα της Ρωσίας, ζητώντας την άδεια να περιοδεύσει αυτός και επιτροπή από Μοναχούς την αχανή Ορθόδοξη χώρα ζητώντας βοήθεια για τη Μονή. Ο Αυτοκράτορας και η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ρωσίας (το Πατριαρχείο είχε καταργηθεί από τον Πέτρο Α΄ τον Μεγάλο το 1700) παρείχαν την άδεια. Κατόπιν αδείας και συστάσεως του Οικουμενικού Πατριάρχη, Κυρίλλου Ζ΄ (1855 – 1860) αλλά και των Ανθίμου Μαζαράκη και Κωνσταντίνου Τυπάλδου Ιακωβάτου, το 1861 στάλθηκαν ο Αρχιμανδρίτης Γεράσιμος Καλός και ο Μοναχός Διονύσιος (ή Δανιήλ) Μακρής ως Επιτροπή ζητείας.

Την Επιτροπή ακολούθησε μέχρι την Αγία Πετρούπολη και ο Ηγούμενος Κωνστάντιος. Κατά την απουσία του διοικούσε τη Μονή κατ’ αρχήν ο Ακάκιος Βόρτολος, Ιταλικής καταγωγής βαπτισμένος Ορθόδοξος και κατόπιν ο Μακάριος Αναλυτής (λανθασμένα αναφέρεται ως Μοσχονάς κατά Τσιτσέλη, προφανώς επειδή καταγόταν από τα Χαυδάτα. Ο Τσιτσέλης, επίσης, αναφέρει ως ημερομηνία θανάτου του Μακαρίου το 1907). Ο Καλός δεν αναφέρει την παρουσία του Κωνσταντίου, ίσως γιατί ο Ηγούμενος δεν έλαβε μέρος στην περιοδεία αλλά παρέμεινε στην Αγία Πετρούπολη. Ο Μαρούλης, από τον οποίο αντλείται η πληροφορία για τη συμμετοχή του Ηγουμένου στο ταξίδι μέχρι την Αγία Πετρούπολη, παραθέτει και απολογισμό κατά έτος των πεπραγμένων της Επιτροπής καθώς και κατάλογο των αφιερωμάτων που προσφέρθηκαν. Η Επιτροπή αυτή έμεινε στη Ρωσία δύο χρόνια, τις περιόδους 1861 – 1862 και 1862 – 1863. Ο Τσιτσέλης αναφέρει και άλλον συνοδό του Καλού στη Ρωσία, τον Ευλόγιο Τυπάλδο Κοζάκη. Κατάφεραν δε να συλλέξουν πλούσια ελέη σε ιερά σκεύη και άμφια σε αντίθεση με το πενιχρό της συλλογής σε χρήματα.

Συνέχεια Νο 4 46 φύλλο Εφημερίδας

1802 – 1878 (μέρος β’)

Μοναχός Κωνστάντιος Μοσχονάς (1837 – 1863)

Ιερομόναχος Μακάριος Αναλυτής (1863)

Ο Ηγούμενος Κωνστάντιος παρέμεινε στην Αγία Πετρούπολη για άγνωστο χρονικό διάστημα, αλλά τον Οκτώβριο του 1861 τον συναντάμε στην Τεργέστη. Φαίνεται ότι ο Ηγούμενος άφησε την Επιτροπή στο έργο της στη Ρωσία και αποφάσισε να επιστρέψει στη Μονή μέσω Βιέννης, Βενετίας και Τεργέστης, προσπαθώντας να επιτύχει κάποια βοήθεια προς το Μοναστήρι από τις εκεί Ελληνικές Παροικίες. Σύμφωνα όμως με επιστολές του Μεγάλου Σακελαρίου του Οικουμενικού Θρόνου, Ιερέως Παναγή Ματσούκη, προς τον Αρχιμανδρίτη Καλό, η προσπάθεια αυτή απέβη άκαρπη. Αιτία της αποτυχίας αυτής αναφέρει ο Μέγας Σακελάριος ότι ήταν η απώλεια εμπιστοσύνης των κατοίκων των Παροικιών προς τους αιτούντες βοήθεια για Εκκλησίες και Μονές, λόγω της προγενέστερης παρουσίας εκεί πλήθους αγυρτών και απατεώνων, οι οποίοι ετάραζαν τις Κοινότητες με τη σκανδαλώδη διαγωγή τους.

Επιστρέφοντας από τα ταξείδι ο Ηγούμενος Κωνστάντιος μίσθωσε από την Τοπική Κυβέρνηση και τη Γερουσία τη Μονή του Ταφιού με συμβόλαιο υπ’ αριθμόν 1319 της 1/13 Ιουλίου 1861 και για είκοσι εννέα έτη. Πέραν του τιμήματος, το οποίο ορίστηκε στα 500 δίστηλα ετησίως, η Μονή Κηπουραίων υποχρεούνταν από το συμβόλαιο να παρέχει στη Μονή Ταφιού τακτικό Εφημέριο, ψάλτες και Μοναχούς. Η ενέργεια αυτή υπαγορεύθηκε από την αύξηση του αριθμού των Μοναχών και, επομένως, και των αναγκών της Μονής και ενισχύθηκε από το γεγονός ότι η Μονή του Ταφιού έφθινε. Εγγυητής στην συμφωνία αυτή μπήκε ο Άγγελος Η. Τσιτσέλης.

Κατά τη διάρκεια του δευτέρου έτους της περιοδείας της Επιτροπής στη Ρωσία και συγκεκριμένα στις 6 Μαΐου 1863, ο Ιερομόναχος Μακάριος Αναλυτής έστειλε επιστολή στον Καλό ενημερώνοντάς τον ότι ο Ηγούμενος Κωνστάντιος ήταν ασθενής και ετοιμοθάνατος. Τον πληροφορεί μάλιστα ότι διά προτροπής του Ηγουμένου η κοινότητα, διά ψηφοφορίας και συμβολαίου, σύστησε Ηγουμενική επιτροπή έως ότου επιστρέψει ο Καλός. Την επιτροπή αποτέλεσαν οι, Ιερομόναχος Μακάριος (Αναλυτής), Μοναχός Δανιήλ και Μοναχός Αθανάσιος (ο πρώην Ιερέας Αναστάσιος Μαντζουράτος). Στις 9 Μαΐου 1863 απεβίωσε ο Ηγούμενος Κωνστάντιος.

Στο Τοπικό Ιστορικό Αρχείο του Νομού Κεφαλληνίας, στο Ληξιαρχικό Τμήμα, σώζεται βιβλίο χειρόγραφο όπου αναφέρονται βαπτίσεις παιδιών που τελέστηκαν στο Μοναστήρι, όπως και στον Ταφιό, την περίοδο του Ηγουμένου Κωνσταντίου. Το βιβλίο αυτό έχει συνταχθεί από τον Ιερομόναχο της Μονής Χρύσανθο Παπαδημόπουλο, ενώ ως τελών τις βαπτίσεις εμφανίζεται ο Ιερομόναχος Αγαθάγγελος Λοβέρδος Λιβιεράτος. Οι βαπτιζόμενοι προέρχονται από διάφορα σημεία της Επαρχίας Πάλλης και της Κεφαλονιάς γενικότερα. Π.χ. το 1851 στις 26 Απριλίου βαπτίζεται ο Κωνσταντίνος Κούτζης υιός του Γερασίμου Κούτζη του Σπυρίδωνος από το χωριό Καμηναράτα. Προφανώς πρόκειται για διαφορετική εκφορά του επιθέτου Κούτσης, το οποίο συνεχίζει να απαντάται στα Καμηναράτα.

Επισπεύδοντας την επιστροφή της η Επιτροπή κατέφθασε στο Μοναστήρι το Σεπτέμβριο του ίδιου έτους. Τότε, ο Αρχιμανδρίτης Γεράσιμος Καλός διορίσθηκε Ηγούμενος της Μονής από την αδελφότητα και τον τότε Μητροπολίτη Κεφαλληνίας Σπυρίδωνα Α’. Το γεγονός αυτό αποτελεί παράδοξο αναλογιζόμενοι την αυτοτέλεια της Μονής έναντι της τοπικής Εκκλησίας. Ο Μητροπολίτης του αναγνωρίζει επιπλέον την ελευθερία να λάβει δύο Μοναχούς ως βοηθούς και να φορεί εξωκαλύμμαυχον και επιγονάτιον στη Μονή. Μετά την πάροδο ικανού χρόνου (κατά τον Μαρούλη) έγινε ανακομιδή των λειψάνων του Κωνσταντίου και η Κάρα του φυλάσσεται στη Λάρνακα της Μονής μαζί με αυτές των Χρυσάνθου και Ευφροσύνου. Ο Κωνστάντιος, αν και αγράμματος κατά τον Τσιτσέλη, κατέλειπε μνήμη άληστον για την πολυετή άριστη πνευματική, οικονομική και διοικητική διακυβέρνηση της Μονής.

 

 

Συνέχεια Νο 5 47 φύλλο Εφημερίδας

 

1802 – 1878 (μέρος γ’)

Αρχιμανδρίτης Γεράσιμος Καλός (1863 – 1878)

Ο Αρχιμανδρίτης Γεράσιμος Καλός καταγόταν από τα Καλάτα της Επαρχίας Πάλλης, όπου γεννήθηκε γύρω στο 1797 υιός του Αυγουστίνου. Νέος μετέβη στο Άγιο Όρος. Στις 13 Νοεμβρίου 1830 χειροτονήθηκε Διάκονος στην Άρτα και στις 25 Δεκεμβρίου του ίδιου έτους Ιερέας στην Παραμυθιά. Την περίοδο 1838 – 1840 βρίσκεται να υπηρετεί τον Ιερό Ναό του Αγίου Γεωργίου της Ορθόδοξης Κοινότητας στη Βενετία. Ίσως από αυτή του την παρουσία προερχόταν η γνωριμία του με τον Μεγάλο Σακελάριο ιερέα Παναγή Ματσούκη, η οποία εμφανίζεται στις προμνησθείσες επιστολές. Τον Ιούνιο του 1840 ζητά την απόλυσή του από τον Ιερό Ναό του Αγίου Γεωργίου για λόγους οικογενειακούς, απόλυση την οποία του χορηγεί ο Μέγας Επιτροπάρχης Ιάκωβος Βελούδος με το από 20 Αυγούστου 1840 απολυτήριο. Το Σεπτέμβριο του ίδιου έτους βρίσκεται στη Μονή Κηπουραίων. Πόσο έμεινε είναι άγνωστο, όμως το 1846 ο Ηγούμενος της Μονής του Αγίου Παύλου στο Άγιο Όρος, Αρχιμανδρίτης Σωφρόνιος, του δίδει Ιεροσφράγιστο «για την ασφάλειά του» επειδή πρόκειται να αναχωρήσει από εκεί. Στο Ιεροσφράγιστο αναφέρεται ότι ο Γεράσιμος χρημάτισε εφημέριος στη Μονή του Αγίου Παύλου για οκτώ μήνες (άρα από τον Αύγουστο του 1845). Οπότε το μέγιστο της πρώτης αυτής παραμονής του στα Κηπούρια πρέπει να ήταν πέντε έτη.

Αφού αναχώρησε από το Άγιο Όρος, ο Καλός, επέστρεψε στην Κεφαλληνία. Εμφανίζεται εφημέριος του Ιερού Ναού της Αγίας Τριάδας στο Ληξούρι, όπου την 21η Μαρτίου 1855 ο Μητροπολίτης Σπυρίδων Α’ Κοντομίχαλος του απονέμει το λειτούργημα της Πατρότητος, δηλαδή τον καθιστά Πνευματικό. Στις 22 Αυγούστου 1857 ο Μητροπολίτης του επιδίδει συστατική απολυτήρια επιστολή, διότι ο Καλός επιθυμεί να φύγει από την Κεφαλληνία. Επανήλθε στο Άγιο Όρος όπου παρέμεινε μέχρι το Μάρτιο του 1860. Από εκεί πήγε στη Χάλκη, στη Θεολογική Σχολή της οποίας γνώρισε τον Σχολάρχη Κωνσταντίνο Τυπάλδο Ιακωβάτο, Επίσκοπο Σταυρουπόλεως. Μέσω του Κωνσταντίνου γνωρίζει τον Πέτρο Σαλωμών (Σολομό), Σύμβουλο του Αυτοκράτορα Αλεξάνδρου Β’ της Ρωσίας και διευθυντή του γραφείου της Ιεράς Συνόδου, στον οποίο και μεσιτεύει για τη Μονή Κηπουραίων. Μετά την προθυμία του Σαλωμών γράφει στον Ηγούμενο των Κηπουραίων Κωνστάντιο, ο οποίος μεταβαίνει στην Κωνσταντινούπολη, τον Φεβρουάριο του 1861, τον συναντά και ξεκινούν το ταξείδι στη Ρωσία. Την ίδια χρονιά αναφέρεται ότι έλαβε το οφίκιο του Αρχιμανδρίτη.

Στο Μοναχολόγιο της Μονής, κατά τον Μαρούλη, αναφέρεται ότι ο Καλός εισήλθε στο Μοναστήρι το 1860 σε ηλικία 63 ετών, έγινε δε Μοναχός το 1864. Η καταγραφή αυτή αποτελεί παράδοξο. Πιθανόν, ο Καλός επισκεπτόταν το Μοναστήρι για διαστήματα, όπως την πιθανή πενταετία 1840 – 1845, χωρίς να αποτελεί μέλος της αδελφότητος. Φαίνεται ότι κατεγράφη ως μέλος της Μονής το 1860, κατά την προετοιμασία του ταξειδιού στη Ρωσία. Όσο για το ότι εκάρη ή έγινε Μοναχός το 1864, φαίνεται ότι η ιδιότητα του Μοναχού και αυτή του Αρχιμανδρίτη δεν συνεπάγονται η μία την άλλη. Ιδιαιτέρως εκείνη την εποχή. Ως παράδειγμα αναφέρεται λίγο πριν στο παρόν ο Μοναχός της Μονής Αθανάσιος Μαντζουράτος, ως πρώην ιερέας Αναστάσιος (το λαϊκό του όνομα). Επίσης, η αγαμία του ιερέως δεν τον καθιστά αυτομάτως Μοναχό. Ως παράδειγμα αναφέρεται ο Άγιος Παναγής Μπασιάς. Φαίνεται λοιπόν, σύμφωνα και με τα παραπάνω, ότι ο Καλός όταν χειροτονήθηκε ιερέας παρότι ερχόμενος από το Άγιο Όρος, δεν ήταν Μοναχός. Κατόπιν έδρασε ως Ιερέας και κατόπιν ως Αρχιμανδρίτης στη διάρκεια της πολυτάξειδης ζωής του και όταν κατέληξε γέρων Ηγούμενος στα Κηπούρια εκάρη και Μοναχός. Με την ανάληψη της Ηγουμενίας, εξέλεξε τους δυο βοηθούς που του έδιδε τη δυνατότητα το έγγραφο του διορισμού του, αλλά το 1866 η αδελφότητα τους κατήργησε για δύο λόγους, α) δείχνοντας την εμπιστοσύνη της προς τον Καλό και β) για να μην γίνει δεκτή η Εκκλησιαστική αφομοίωση. Ο Καλός, με τα έσοδα από την περιοδεία της Ρωσίας και την χρηστή του διαχείριση κατάφερε να αποπληρώσει τα χρέη της Μονής αλλά και να επισκευάσει τα κτήριά της, να οικοδομήσει νέα και να ευπρεπίσει το Ναό. Η δραστηριότητα του Καλού οδήγησε το Μοναστήρι εμπρός με μεγάλα βήματα.

Όπως εγράφη νωρίτερα, η Μονή Κηπουραίων ενοικίασε, το 1861 επί Ηγουμένου Μοναχού Κωνσταντίου, τη Μονή Ταφιού καθώς και τα κτήματα αυτής αντί ετησίου ενοικίου 500 διστήλων και της υποχρεώσεως να διατηρεί στη Μονή Ταφιού Εφημέριο, ψάλτες και Μοναχούς. Το ενοίκιο όμως ήταν υπέρογκο και, καθώς η Μονή του Ταφιού έφθινε, η Μονή Κηπουραίων, ήδη από το Δεκέμβριο του 1864, απηύθυνε αιτήσεις προς το Επαρχιακό Συμβούλιο, την Ελληνική Κυβέρνηση και το Υπουργείο των Εκκλησιαστικών για μείωση αυτού και συγχώνευση των δύο Μονών. Η αίτηση του 1864 απευθυνόταν προς το Επαρχιακό Συμβούλιο και με αυτή οι Μοναχοί ζητούσαν είτε τη μείωση του μισθώματος, είτε τη διάλυση του ενοικιαστηρίου. Όμως ο Γεράσιμος Τυπάλδος Χαριτάτος είχε ήδη στείλει αναφορά στο Υπουργείο των Εκκλησιαστικών και προσεφέρετο να μισθώσει αυτός τη Μονή Ταφιού με το ίδιο μίσθωμα με αυτό της Μονής Κηπουραίων. Ως εκ τούτου ο Έλλην Υπουργός απεφάνθη ότι είτε θα προσκαλούνταν ο Ηγούμενος (Αρχιμανδρίτης Γεράσιμος Καλός) να διαλύσει το συμβόλαιο, είτε θα παρέμεναν τα πράγματα ως είχαν, όπως και έγινε τελικά. Αυτή ήταν η καλοσύνη του κ. Γερασίμου Τυπάλδου Χαριτάτου προς το Μοναστήρι (Εδώ ας θυμηθούμε και την προγενέστερη καλοσύνη άλλου μέλους της ίδιας οικογενείας, του Τιμοθέου Τυπάλδου Χαριτάτου, κάποια χρόνια ενωρίτερα).

Το 1867 έπληξε τη Μονή νέα καταστροφή από τον σεισμό της 23ης Ιανουαρίου εκείνου του έτους, ο οποίος είχε επίκεντρο στην Επαρχία Πάλλης και συγκεκριμένα στην περιοχή των χωριών Ριφίου και Δαμουλιανάτων, λίγο βορειότερα από τη Μονή. Ο σεισμός αυτός κατέστρεψε το μεγαλύτερο μέρος της Μονής και προξένησε το θάνατο δύο Μοναχών. Μετά τον σεισμό, ο Ηγούμενος Γεράσιμος και η αδελφότητα κατέβαλλαν υπέρμετρες προσπάθειες για την αναστήλωση της Μονής και κατόρθωσαν να μετασκευάσουν την Εκκλησία και να οικοδομήσουν νέα οικήματα. Η κατάσταση της Μονής βελτιώθηκε, η αδελφότητα αυξήθηκε και οι υποχρεώσεις της Μονής προς την Κοινωνία θεραπεύονταν. Σημαντικό είναι ότι την περίοδο αυτή η Μονή δε διαθέτει ιδιόκτητη περιουσία, πέραν του μικρού μετοχίου στο Βοράτο στην περιοχή του χωριού Σουλάροι, οπότε όλα τα έργα και οι προσπάθειες των μοναχών οφείλονται στους κόπους τους και στη βοήθεια της κοινωνίας της Επαρχίας.

Το 1871 έγινε κίνηση για μεταβολή του καθεστώτος της Μονής από αυτοδιοικούμενο Πατριαρχικό Σταυροπήγιο να εξαρτηθεί από την τοπική Εκκλησία. Οι Μοναχοί επικαλούμενοι το Πατριαρχικό Σιγίλιο και με μεσολάβηση στον τότε Μητροπολίτη Αθηνών Θεόφιλο (1862 – 1873) συνετέλεσαν στη ματαίωση της προσπάθειας χάρις στην μεσολάβηση του Θεοφίλου. Το 1872 μερίδα των Μοναχών επιδίωξαν και πάλι την αφομοίωση με αποτέλεσμα να επακολουθήσουν πολλές έριδες. Το 1877 επανήλθε το αρχαίο της Μονής καθεστώς.

Ο Καλός απεβίωσε το 1878 (1880 κατά Τσιτσέλη, ο οποίος γράφει ότι ο Καλός παραιτήθηκε το 1872) αφού κυβέρνησε τη Μονή για δεκαπέντε έτη. Στη διάρκεια της Ηγουμενίας του έγιναν προσπάθειες μείωσης του ενοικίου της Μονής Ταφιού, στις οποίες θα αναφερθούμε εκτενέστερα παρακάτω. Τέλος, μέρος του έργου του αποτελεί η συγγραφή της πρώτης ιστορίας της Μονής, η οποία εξεδόθη το 1873.

Απο το  Νο 48 φύλλο της εφημερίδας

1878 – 1930 (μέρος α’)

Ιερομόναχος Μακάριος Αναλυτής (1878 (1872;) – 1879)

Αρχιμανδρίτης Δανιήλ Γραικούσης (1879 – 1905)

Διάδοχος του Αρχιμανδρίτη Γεράσιμου Καλού ανέλαβε ο Ιερομόναχος Μακάριος Αναλυτής, που είχε αναλάβει και πάλι χρέη Ηγουμένου την περίοδο μεταξύ του θανάτου του Ηγουμένου Κωνσταντίου και της ανάληψης της Ηγουμενίας από τον Καλό, το 1863. Μαζί με τον Μακάριο ορίσθηκαν και δύο βοηθοί, ο Ιερομόναχος Γεδεών Αντωνάτος και ο Μοναχός Αθανάσιος Μαντζουράτος. Κατά τον Τσιτσέλη, το 1876 οι βοηθοί του Μακαρίου (τον οποίο αναφέρει λανθασμένα ως Δανιήλ) αντικαταστάθηκαν από τους Βικέντιο Αντωνάτο και Βενέδικτο Στεφανάτο.

Ο Μακάριος γεννήθηκε στα Χαυδάτα το έτος 1812 κατά τον Μαρούλη. Το 1850 εισήλθε στο Μοναστήρι, όπου, μετά από τριετή δοκιμασία, εκάρη Μοναχός το 1853 και την επόμενη χρονιά (1854) χειροτονήθηκε ιερέας.

Συνέχεια 3

Παρέμεινε στον οίακα του Μοναστηριού μέχρι της εκλογής νέου Ηγουμένου, η οποία έγινε το 1879 και εξελέγη ο Αρχιμανδρίτης Δανιήλ Γραικούσης. Η εκλογή του Δανιήλ έγινε σύμφωνα με τον νόμο αφομοιώσεως, κατά το από 2 Ιουλίου 1858 Βασιλικό Διάταγμα. Όμως ο νέος Ηγούμενος δεν εγκατέστησε τους συμβούλους (Προκόπιο Μενή και Σεραφείμ Μολφέτα) και διοίκησε τη Μονή μόνος του έως το 1907. Ο Δανιήλ (κατά κόσμο Διονύσιος) γεννήθηκε στα Δεματωρά το 1847. Στο Μοναστήρι εισήλθε το 1867 – 68 και ασκήθηκε υπό το Γέροντα Δανιήλ γενόμενος Μεγαλόσχημος το 1875.

Από τα σημαντικότερα ζητήματα που απασχόλησαν τη Μονή την περίοδο αυτή είναι το ζήτημα του Ταφιού. Όπως εγράφη, η Μονή είχε ενοικιάσει τη Μονή του Ταφιού και τα κτήματα αυτής αντί ετήσιου ενοικίου 500 διστήλων. Προσπάθεια μείωσης του υπέρογκου αυτού ενοικίου προσέκρουσε σε ολέθρια παρέμβαση του Γερασίμου Τυπάλδου Χαριτάτου, με αποτέλεσμα να παραμείνει το μίσθωμα. Το 1880 η προσπάθεια εξομάλυνσης της καταστάσεως συνεχίζεται. Οι κάτοικοι της Επαρχία Πάλλης προσφεύγουν με αναφορά τους προς την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος υπέρ της Μονής. Στην αναφορά αυτή, αφού θεωρούν ότι το τίμημα των 3000 δρχ. που οφείλει να καταβάλει η Μονή στην Ιονική Τράπεζα ως ενοίκιο, είναι παράνομο και αφού αναγνωρίζουν ότι με την ενοικίαση οι Μοναχοί απάλλαξαν τη Μονή του Ταφιού από την αγεωργησία των κτημάτων και την αδηφάγο σπατάλη των ευνοουμένων της Αγγλικής Προστασίας, οι οποίοι μίσθωσαν τον Ταφιό (στα Κηπούρια) λόγω πολιτικών παθών και ατομικού συμφέροντος· τέλος, αφού παραθέτουν την ευμενέστατη γνώμη τους για τα έργα και τη δραστηριότητα της Μονής Κηπουραίων, παρακαλούν την Ιερά Σύνοδο να εισηγηθεί προς τον Υπουργό των Εκκλησιαστικών τη συγχώνευση των δύο Μονών υπό την επωνυμία Μονή Κηπουραίων. Σημαντικό σημείο του εγγράφου αυτού είναι η αναφορά στο γεγονός ότι η Μονή Κηπουραίων είχε συγχωνευθεί ήδη με τη Μονή των Βαρδιάνων. Πότε έγινε αυτή η συγχώνευση δεν αναφέρεται στο έγγραφο, ο δε Μαρούλης επίσης το αγνοεί. Έρευνα στο Τοπικό Ιστορικό Αρχείο του Νομού Κεφαλληνίας κατέδειξε ότι στο σωζόμενο εκεί κώδικα της Ιεράς Μονής των Βαρδιάνων εγγράφονται πράξεις και γεγονότα έως το 1820. Αυτή η χρονολογία μπορεί να είναι και η χρονολογία συγχώνευσης των δύο Μονών.

Από το 1880 έως το 1889 δεν είναι ακριβώς γνωστό το τι έγινε για το ζήτημα του Ταφιού. Ο Μαρούλης αναφέρει ότι «θα έγιναν και άλλα παρόμοια διαβήματα». Το 1889 η Επισκοπική Επιτροπή της Κεφαλληνίας αποστέλλει στην Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος έγγραφο με το οποίο προτείνει να εγκριθεί από την Ιερά Σύνοδο η συγχώνευση των δύο Μονών, διότι διαφορετικά κινδυνεύει, όπως λέει, να χαθεί η Μονή του Ταφιού, ενώ η Μονή Κηπουραίων έχει «ικανούς, εργατικούς και φιλόπονους Μοναχούς, ικανούς να επιτηρώσι και την» Μονή του Ταφιού. Παρακαλεί δε την Ιερά Σύνοδο να ενεργήσει προς την Κυβέρνηση ώστε να εκδοθεί σχετικό Βασιλικό Διάταγμα. Προεξάρχων σε αυτή την κίνηση είναι ο Αρχιεπίσκοπος Κεφαλληνίας Γερμανός Καλλιγάς (1884 – 1889), ο οποίος ενδιαφερόταν ιδιαιτέρως για την Μονή και σεβόταν το Δανιήλ. Η βοήθεια του Αρχιεπισκόπου Γερμανού τόσο ως Αρχιεπισκόπου Κεφαλληνίας, όσο και, μετέπειτα, ως Μητροπολίτη Αθηνών, αναγνωρίστηκε από την Αδελφότητα των Κηπουραίων και η προσωπογραφία του σε μεγάλο μέγεθος, έργο του μεγάλου Ληξουριώτη Αγιογράφου Κωνσταντίνου Λιώκη, κοσμεί έως τις μέρες μας το Αρχονταρίκι της Μονής.

Η περίφημη συγχώνευση γίνεται τελικά στις 31 Μαΐου 1890 οπότε συντάσσεται και το σχετικό πρωτόκολλο, το οποίο υπογράφουν, ο Νομάρχης Κεφαλληνίας, ο Πρόεδρος της Επισκοπικής Επιτροπής Κεφαλληνίας και ο Ηγούμενος της Μονής Δανιήλ Ι. Γραικούσης. Στο πρωτόκολλο αναφέρονται το Βασιλικό Διάταγμα της 24ης Φεβρουαρίου 1890 και η διαταγή του Υπουργείου των Εκκλησιαστικών της 27ης του ίδιου μηνός του ίδιου έτους με βάση τα οποία γίνεται η συγχώνευση. Επίσης, σημαντικό στοιχείο το οποίο εξάγεται από το έγγραφο αυτό είναι ότι στη Μονή των Κηπουραίων δεν υφίσταται Ηγουμενοσυμβούλιο (Μοναστηριακό Συμβούλιο, όπως γράφει) από το οποίο εξάγεται το συμπέρασμα ότι η Μονή εξακολουθούσε να διοικείται κατά τα καθιερωμένα από το Πατριαρχικό Σιγίλιο του 1765 και δεν είχε περάσει στη δικαιοδοσία του Ελληνικού Κράτους και της τοπικής Εκκλησίας.

Την περίοδο του Ηγουμένου Δανιήλ η Μονή απέκτησε και άλλα μετόχια. Τότε δωρίζεται το Μονύδριο του Αγίου Ιωάννη στη Λάμια των Χαυριάτων, από τον Μοναχό Γεράσιμο Πετρίτση – Μοσχόπουλο, ο οποίος εισήλθε στη Μονή το 1867 και όταν πέθανε ετάφη στο μετόχι του Αγίου Ιωάννη. Στο μετόχι αυτό είχαν δικαίωμα νομής και οι κληρονόμοι του Τιμοθέου Τ. Μ. Χαριτάτου. Επίσης, απέκτησε το μετόχι στη θέση Λαγκάδα του Βουνίου καθώς και άλλα κτήματα. Κατά το Μαρούλη λεγόταν ότι τότε η Μονή έφθασε να εισπράττει ετησίως 900 βαρέλες κρασί και είχε 500 αιγοπρόβατα.

Με δωρεά 7.000 δρχ. από το Βαλλιάνειο Κληροδότημα ανεγέρθηκε ξενώνας δεξιά της εισόδου της Μονής, καθώς και το κωδωνοστάσιο.

Το 1889 σε γενόμενη απογραφή έχει εξήντα Μοναχούς.

Ο Δανιήλ αναγκάσθηκε να παραιτηθεί από Ηγούμενος το 1907, αφού προηγουμένως έθεσε τη Μονή κάτω από κρατικό έλεγχο. Άρα τότε παύει η Μονή να είναι Πατριαρχικό Σταυροπήγιο και υπάγεται στο Ελληνικό Κράτος και στην τοπική Εκκλησία. Την εποχή εκείνη είχε αρχίσει η παρακμή της Μονής η οποία διήρκεσε έως το 1918. Αρχική αιτία ήταν προσωπικά πάθη και έριδες που εισχώρησαν στη Μονή με αποτέλεσμα οι Μοναχοί να χωρισθούν σε δύο στρατόπεδα, από τα οποία το καθένα ήθελε δικό του υποψήφιο για Ηγούμενο. Αφορμή αυτής της διχοστασίας των Μοναχών φαίνεται να ήταν το ζήτημα της αφομοιώσεως και ο διορισμός συμβούλων από τον Ηγούμενο Δανιήλ.

Συνεχίζεται

 

 

Νο 49 φύλλο Εφημερίδας…..

1878 – 1930 (μέρος β’)

Ιερομόναχος Γεδεών Αντωνάτος (1905 – 1907)

Αρχιμανδρίτης Νικηφόρος Δανελάτος (1907 – 1911)

Αρχιμανδρίτης Δανιήλ Γραικούσης (1911 – 1917 (1916;))

Αρχιμανδρίτης Αμβρόσιος Σταθάτος ((1916;) 1917 – 1918)

 Ιερομόναχος Γεδεών Αντωνάτος

Το Δανιήλ διαδέχθηκε, κατ’ αρχήν ο Ιερομόναχος Γεδεών Αντωνάτος, ο οποίος παραιτήθηκε λόγω γήρατος το 1907 και τον διαδέχθηκε κατόπιν εκλογής, ο Αρχιμανδρίτης Νικηφόρος Δανελάτος από τα Δαμουλιανάτα.

Παρέμεινε στην Ηγουμενία της Μονής έως το 1911, οπότε παραιτείται και αναχωρεί με τον Μοναχό Σωφρόνιο Ζαφειράτο στην Αλεξάνδρεια και το Κάιρο της Αιγύπτου για εράνους.

Την περίοδο της Ηγουμενίας του Νικηφόρου και συγκεκριμένα το 1908, ξεκινά δίκη με τα Φιλανθρωπικά Καταστήματα για το ζήτημα της Μονής του Ταφιού. Τα Φιλανθρωπικά Καταστήματα δε δέχθηκαν ποτέ τη συγχώνευση, απεναντίας επιδίωκαν την συνέχιση της καταβολής του ενοικίου, θεωρώντας ότι η Μονή Ταφιού ήταν καταργημένη και επομένως τους ανήκε.

Λόγω της αρνήσεως της Μονής Κηπουραίων να καταβάλει το ενοίκιο αυτό μετά το 1890 και την πράξη συγχώνευσης, τα Φιλανθρωπικά Καταστήματα την έσυραν στα δικαστήρια, όπου και κέρδισαν την πρώτη δίκη, το 1904. Εκμεταλλεύθηκαν δε το γεγονός ότι ο Αρχιεπίσκοπος Γερμανός είχε εκλεγεί και ενθρονιστεί Μητροπολίτης Αθηνών.

Μίσθωσαν μάλιστα την Μονή του Ταφιού στον Ιερομόναχο Αμβρόσιο Σταθάτο (μετέπειτα Ηγούμενο Κηπουραίων) για ένα έτος. Ο Ηγούμενος Νικηφόρος, όμως, κατέφυγε στον Άρειο Πάγο, ο οποίος ακύρωσε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου στο Αργοστόλι. Όμως τα Φιλανθρωπικά Καταστήματα επέμεναν στην απαίτησή τους και, κατά τον Μαρούλη, προκειμένου να εμπλακεί η Μονή σε μακροχρόνιο και πολυέξοδο αγώνα, οι αντίδικοι συμβιβάστηκαν με την δωρεά από τη Μονή προς τα Φιλανθρωπικά Καταστήματα του ποσού των 35.000 δρχ. και την αποποίηση κάθε περεταίρω απαιτήσεως από αυτά, όπως φαίνεται στο υπ’ αριθ. 8118 συμβόλαιο της 5ης Απριλίου 1908.

Μετά την παραίτηση Νικηφόρου, ο τότε Επίσκοπος (η τοπική Εκκλησία είχε υποβιβαστεί σε Επισκοπή) Κεφαλληνίας Δαμασκηνός Πολυδώρου (1901 – 1922, ο και μετέπειτα Μητροπολίτης Κεφαλληνίας, 1922 – 1933) παρεκάλεσε τον πρώην Ηγούμενο Δανιήλ να αναλάβει και πάλι.

Ο Δανιήλ όντως ανέλαβε και διοίκησε τη Μονή έως το 1917 από το σπίτι του. Οι λόγοι που τον είχαν ωθήσει στην παραίτηση του 1907, εξακολουθούσαν να υφίστανται. Από το 1914 η Μονή διοικείται από Τριμελές Συμβούλιο και επιβλέπεται και επιτηρείται από την τοπική Εκκλησιαστική Αρχή.

Ο Εθνικός Διχασμός της περιόδου 1915 – 1917 προκάλεσε την αποσύνθεση της Μονής.

Όμως η αιτία που κορύφωσε την αποσύνθεση ήταν ο αποκλεισμός του 1915 – 1917 που είχε επιβάλει η «Εγκάρδια Συνεννόηση – Entente» στην Ελλάδα, παρότι η χώρα ήταν ουδέτερη. Λόγω της έλλειψης τροφίμων εφαρμόστηκε με το χειρότερο δυνατό τρόπο από τους Μοναχούς το ρητό «πενία τέχνας απεργάζεται».

Το 1915 – 1916 εν μέσω του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, Γαλλικό καταδρομικό, είτε από λάθος, είτε από άλλη αιτία, έρριψε βόμβα εναντίον του Μοναστηριού. Ο Μαρούλης θεωρεί την ενέργεια αυτή ως προερχόμενη από λάθος και συγκεκριμένα λέγει ότι το πολεμικό εξέλαβε το Μοναστήρι ως αντίπαλο πλοίο, βλέποντας την καπνοδόχο του φούρνου.

Βεβαίως είναι λίγο παράδοξο, πρώτον ένας πλοίαρχος πολεμικού πλοίου και εν μέσω πολέμου να μην ξέρει που ακριβώς βρίσκεται και δεύτερον να εξαπολύει βόμβες σε κάθε αναθρώσκοντα καπνό που έβλεπε. Είτε από λάθος, είτε από άλλη αιτία λοιπόν η Μονή υφίσταται και αυτή την επίθεση, η οποία προξένησε ζημιές αν και η οβίδα εξερράγη εντός του κοντινού δάσους.

Στις 6 Δεκεμβρίου 1917 απεβίωσε ο Ηγούμενος Δανιήλ και ετάφη στον Ιερό Ναό των Εισοδίων της Θεοτόκου στα Δεματωρά.

Την περίοδο πριν από τη Οκτωβριανή Επανάσταση η Μονή δεχόταν τακτικά βοήθεια από τη Ρωσία.

Παραδίδεται προφορικά ότι Ρωσικό πλοίο άραζε στο ακρωτήριο της Σχίζας, στο Λινό, πιθανόν στη θέση «Αβγασταριά» (την οποία λανθασμένα ο Μηλιαράκης ονομάζει Καραβοστάσι) ή στο «Γυαλισκάρι», όπου ξεφόρτωνε σιτάρι για τη Μονή.

Ηγούμενος Αμβρόσιος

Μετά το θάνατο του Δανιήλ το 1917 κατά το Μαρούλη, ανέλαβε την Ηγουμενία ο Αρχιμανδρίτης Αμβρόσιος Σταθάτος από τα Καμηναράτα. Όμως, στο πρωτόκολλο εγγράφων της Μονής αναφέρεται έγγραφο διορισμού του Ιερομονάχου Αμβροσίου Σταθάτου ως Ηγουμένου από τις 16 Μαΐου 1916.

Πιθανόν να λανθάνει ο Μαρούλης θεωρώντας ότι ο Δανιήλ διατηρήθηκε Ηγούμενος έως του θανάτου του. Ίσως λόγω της προκεχωρημένης ηλικίας του και της επισφαλούς υγείας του να απομακρύνθηκε από την Ηγουμενία πριν τον θάνατό του. Στις 16 Μαΐου 1916 εισέρχεται στη Μονή το έγγραφο διορισμού του Αρχιμανδρίτη Αμβροσίου Σταθάτου ως Ηγουμένου. Αναφέρεται από τον Τσιτσέλη, ότι τότε συγχωνεύεται η Μονή με αυτή των Βαρδιάνων. Ίσως αυτό να ενισχύεται από το γεγονός ότι στις 19 Μαΐου του ίδιου χρόνου αιτούνται την εγγραφή τους στη Μονή ο Μοναχός της Μονής Βαρδιάνων Λαυρέντιος Σταθάτος και ο Γεώργιος Π. Σταθάτος ως Δόκιμος. Ο Λαυρέντιος είναι αδελφός εξ αίματος του Αμβροσίου, όπως προκύπτει από αναφερόμενο στο πρωτόκολλο έγγραφο της 3ης Ιουλίου 1920. Η επικύρωση της εκλογής του Αμβροσίου ως Ηγουμένου των Κηπουραίων από τον Μητροπολίτη γίνεται διά του αντιπροσώπου του Ιερέα Ανδρέα Σκιαδαρέση.

Ο Αμβρόσιος (κατά κόσμον Σίμων) Σταθάτος γεννήθηκε στα Καμηναράτα το 1875, υιός του Χριστοδούλου. Το 1893 έγινε δόκιμος στη Μονή των Βαρδιάνων, στην οποία Μονή το 1896 εκάρη Μοναχός και αργότερα Ηγούμενος. Ο Πανάρετος σε σημείωσή του αναφέρει ότι το 1916 η Μονή των Βαρδιάνων μετετράπη σε μετόχι της Μονής Κηπουραίων. Αυτή η χρονολογία ίσως είναι η απάντηση στην αμφιβολία που διατυπώθηκε προηγουμένως σχετικά με το πότε η Μονή Κηπουραίων απορρόφησε τη Μονή των Βαρδιάνων. Ενισχυτικό της ημερομηνίας αυτής (1916) είναι έγγραφο, που αναφέρεται στο Πρωτόκολλο της Μονής με ημερομηνία 1923, κατά το οποίο οι Βαρδιάνοι ανήκουν ήδη στη Μονή. Ο Αμβρόσιος ήταν εργατικότατος, φιλόπονος και διοικητικώς ικανότατος. Για τους λόγους αυτούς είχε καταφέρει και συγκεντρώσει υπό τη διοίκησή του όλα σχεδόν τα Μοναστήρια και τα Παρεκκλήσια της Επαρχίας Πάλλης. Από το 1900 διέμενε στη γυναικεία Μονή της Αγίας Παρασκευής των Λεπέδων, όπου οικοδόμησε πλήθος οικοδομές καθώς και την παλαιά Εκκλησία της Μονής, η οποία βρισκόταν εντός του πλησίον σπηλαίου, σήμερα δε παραμένει ερειπωμένη από τους σεισμούς του 1953. Ηγούμενος των Κηπουραίων παρέμεινε έως τις 8 Νοεμβρίου 1918, οπότε διαμελίσθηκε από νάρκη μαζί με μια Μοναχή, Μαρία ονομαζόμενη, των Λεπέδων και ένα λαϊκό (κάποιον Λεωνίδα από τους Σουλάρους) έξω από το Μονύδριο της Αγίας Άννας στα Λέπεδα. Ετάφη στη Μονή των Λεπέδων.

Χρύσανθος Γιακουμάτος.

Τον Αμβρόσιο διαδέχθηκε ο Αρχιμανδρίτης Χρύσανθος Γιακουμάτος. Ο Χρύσανθος γεννήθηκε στο Ληξούρι το 1885, υιός του Αναστασίου. Ο Χρύσανθος διέμενε στη Μονή κατά διαστήματα επί Ηγουμενίας Δανιήλ, αλλά διαμένει εκεί μόνιμα επί Ηγουμενίας Αμβροσίου. Εγγράφηκε Δόκιμος το 1917 και εκάρη Μοναχός παίρνοντας το όνομα «Χρύσανθος» το 1918 από τον Ηγούμενο Αμβρόσιο, ο οποίος και τον στέλνει στη Ζάκυνθο όπου χειροτονείται Ιερέας. Μετά το δυστύχημα του Αμβροσίου ανέλαβε την Ηγουμενία. Το 1924 καταβάλει το τίμημα των 35.000 δρχ. προς τα Φιλανθρωπικά Καταστήματα λήγοντας έτσι το ζήτημα του Ταφιού που ταλαιπώρησε τη Μονή από το 1861, επί εξήντα τρία έτη. Ο Χρύσανθος κατάφερε να εκδιώξει από τη Μονή τα ζιζάνια του διχασμού, να αναδιοργανώσει τη λειτουργία της και, γενικά, να επαναφέρει την προ του 1907 κατάσταση. Χαρακτηριστικό είναι, ότι με την Μικρασιατική Καταστροφή του Γένους το 1922, ο Χρύσανθος άνοιξε τη Μονή σε πολλές προσφυγικές οικογένειες παρέχοντας τα αναγκαία για την συντήρησή τους.

Επιστροφή Νικηφόρου

Το 1924 επανέκαμψε ο Νικηφόρος από την Αίγυπτο και γενομένων εκλογών ανέλαβε και πάλι την Ηγουμενία της Μονής. Την περίοδο αυτή της Ηγουμενίας του οικοδομεί νέο Ξενώνα στη Μονή το 1928.

Συνεχίζεται στο 50 φύλλο της εφημερίδας………..

Advertisements

3 comments

  1. Καλημέρα.
    Αναρωτιέμαι αν έχει άραγε δημοσιευθεί το 2ο μέρος του αφιερώματος στην Ιερά Μονή Κηπουραίων.

    Ευχαριστώ πολύ εκ των προτέρων.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s